πυριγενής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πυριγενής πυριγενής πυριγενές
γενική πυριγενούς πυριγενούς πυριγενούς
αιτιατική πυριγενή πυριγενή πυριγενές
κλητική πυριγενή(ς) πυριγενής πυριγενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πυριγενείς πυριγενείς πυριγενή
γενική πυριγενών πυριγενών πυριγενών
αιτιατική πυριγενείς πυριγενείς πυριγενή
κλητική πυριγενείς πυριγενείς πυριγενή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυριγενής < αρχαία ελληνική πυριγενής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πυριγενής, -ής, -ές

  1. που γεννήθηκε από τη φωτιά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πυρίγονος
  2. (γεωλογία) πέτρωμα που δημιουργήθηκε από διάπυρο υλικό (μάγμα) και το οποίο στερεοποιήθηκε
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκρηξιγενής, μαγματογενής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ πυριγενής τὸ πυριγενές οἱ, αἱ πυριγενεῖς τὰ πυριγεν
Γενική τοῦ, τῆς πυριγενοῦς τοῦ πυριγενοῦς τῶν πυριγενῶν τῶν πυριγενῶν
Δοτική τῷ, τῇ πυριγενεῖ τῷ πυριγενεῖ τοῖς, ταῖς πυριγενέσι(ν) τοῖς πυριγενέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν πυριγεν τὸ πυριγενές τοὺς, τὰς πυριγενεῖς τὰ πυριγεν
Κλητική πυριγενές πυριγενές πυριγενεῖς πυριγεν
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πυριγενεῖ
Γενική-Δοτική πυριγενοῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυριγενής < πῦρ + γίγνομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πυριγενής, -ής, -ές

  1. που γεννήθηκε από τη φωτιά
    ἀστεϊζόμενοι δέ τινες εἰκότως πυριγενῆ τὸν Διόνυσον λέγεσθαί φασιν, ἐκ τῶν τοιούτων χωρίων τεκμαιρόμενοι : αστεϊζόμενοι μερικοί λένε ότι κρίνοντας από περιοχές σαν αυτήν, όντως βάσιμα αποκαλούν πυριγενή τον Διόνυσο (Στραβ. Γεωγρ. Βιβλιο 13, 4.11)
  2. που σφυρηλατήθηκε στη φωτιά