Μετάβαση στο περιεχόμενο

πυροβολώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πυροβόλο

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πυροβολώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πυροβολῶ[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pi.ɾo.voˈlo/

πυροβολώ (παθητική φωνή: πυροβολούμαι)

  1. ρίχνω πυροβολισμό
  2. ρυθμίζω την βολή ενός πυροβόλου όπλου εναντίον κάποιου
    παράδειγμα  τον πυροβόλησαν στα πόδια
  3. (μεταφορικά) κατηγορώ έντονα κάποιον

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πυροβολώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)