πυροβόλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυροβόλο πυροβόλα
γενική πυροβόλου πυροβόλων
αιτιατική πυροβόλο πυροβόλα
κλητική πυροβόλο πυροβόλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυροβόλο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυροβόλο ουδέτερο

  1. όπλο που βάλλει πυρά σε κοντινή ή μακρινή απόσταση
  2. βαρύ όπλο το οποίο διαθέτει σωλήνα και εκτοξεύει βλήματα κατόπιν πίεσης αερίων που παράγονται κατόπιν της καύσης εκρηκτικής ύλης (δηλαδή εμπυρεύματος ή παλαιότερα πυρίτιδας)

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]