πυροβόλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πυροβόλο | τα | πυροβόλα |
| γενική | του | πυροβόλου | των | πυροβόλων |
| αιτιατική | το | πυροβόλο | τα | πυροβόλα |
| κλητική | πυροβόλο | πυροβόλα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πυροβόλο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου από την ελληνιστική κοινή πυροβόλος («που ρίχνει φωτιά, πυρ» για αναμμένα βέλη).[1][2] < με έλλειψη του ουσιαστικού όπλο, μέσω της καθαρεύουσας: «πυροβόλον (ὅπλον)».[3] Παραβάλετε τον ελληνιστικό όρο τὰ πυρόβολα (μηχάνημα εκτόξευσης φλεγόμενων βλημάτων). Κατά τον Χαραλαμπάκη, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arme à feu.[4] → δείτε και το επίθετο πυροβόλος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pi.ɾoˈvo.lo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πυ‐ρο‐βό‐λο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πυροβόλο ουδέτερο (ουσιαστικοποιημένο, οπλισμός, στρατιωτικός όρος)
- (φορητό όπλο) όπλο που διαθέτει σωλήνα (κάννη) και εκτοξεύει βλήματα με την πίεση αερίων που παράγονται μετά την καύση εκρηκτικής ύλης (σήμερα εμπυρεύματος, αλλά παλιότερα πυρίτιδας)
- (μη φορητό όπλο) μεγάλο όπλο, που με την εκτόξευση βαρέων βλημάτων βάλλει πυρά σε κοντινή ή μακρινή απόσταση
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
πυροβόλο στη Βικιπαίδεια

ονομασίες όπλων που λήγουν σε -βόλο
- Όροι που λήγουν σε -βόλο — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φορητό πυροβόλο όπλο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πυροβόλο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ πυροβόλος, -ον. (& πυροβόλον ὅπλον) σελ.6361 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
- ↑ πυροβόλο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οπλισμός (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα πυρο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -βόλο (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)