πυροκλαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πυροκλαστικός πυροκλαστική πυροκλαστικό
γενική πυροκλαστικού πυροκλαστικής πυροκλαστικού
αιτιατική πυροκλαστικό πυροκλαστική πυροκλαστικό
κλητική πυροκλαστικέ πυροκλαστική πυροκλαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πυροκλαστικοί πυροκλαστικές πυροκλαστικά
γενική πυροκλαστικών πυροκλαστικών πυροκλαστικών
αιτιατική πυροκλαστικούς πυροκλαστικές πυροκλαστικά
κλητική πυροκλαστικοί πυροκλαστικές πυροκλαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυροκλαστικός < πυρ (πυρός) + κλαστικός

Επίθετο[επεξεργασία]

πυροκλαστικός, -ή, -ό

  1. (φυσική), (γεωλογία): αυτός που διαιρείται, τεμαχίζεται σε υψηλή θερμοκρασία
  2. ο προερχόμενος από βίαιη ηφαιστειακή έκρηξη,
  3. περιγραφή υλικού και υφής του, από παραπάνω προέλευση
  4. χαρακτηρισμός πετρώματος από απόθεση παραπάνω υλικού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]