πυροκρατήρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυροκρατήρας πυροκρατήρες
γενική πυροκρατήρα πυροκρατήρων
αιτιατική πυροκρατήρα πυροκρατήρες
κλητική πυροκρατήρα πυροκρατήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυροκρατήρας < πυρ (πυρός) + κρατήρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυροκρατήρας αρσενικό,

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]