πυροτέχνημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυροτέχνημα πυροτεχνήματα
γενική πυροτεχνήματος πυροτεχνημάτων
αιτιατική πυροτέχνημα πυροτεχνήματα
κλητική πυροτέχνημα πυροτεχνήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυροτέχνημα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυροτέχνημα ουδέτερο

  1. αντικείμενο που περιέχει μικρή ποσότητα εκρηκτικής ύλης και, αφού εκτοξευθεί, εκρήγνυται στον αέρα παράγοντας εντυπωσιακή λάμψη και χρώματα
  2. (μεταφορικά) εντυπωσιακή ενέργεια χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]