πυροφάνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυροφάνι πυροφάνια
γενική πυροφανιού πυροφανιών
αιτιατική πυροφάνι πυροφάνια
κλητική πυροφάνι πυροφάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυροφάνι < μεσαιωνική ελληνική πυροφάνι < αρχαία ελληνική πῦρ + -ο- + φανός +

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυροφάνι ουδέτερο

  1. ειδική πλατφόρμα πάνω σε αλιευτικό σκάφος, στην οποία τοποθετείται φανάρι, για να προσελκύονται τη νύχτα με το φως του τα ψάρια
  2. (ναυτικός όρος) το σκάφος (βάρκα, καΐκι, γρι γρι) που έχει εξοπλιστεί με τέτοιο σύστημα
  3. (ναυτικός όρος) (κατ’ επέκταση) ο σχετικός τρόπος ψαρέματος
  4. (μεταφορικά) (οικείο) (αργκό) (στρατιωτικός όρος) η τοποθέτηση για πλάκα, για «διασκέδαση», ανάμεσα στα δάκτυλα του ποδιού κάποιου κοιμισμένου (φαντάρου, φυλακισμένου κ.λπ.) αναμμένου χαρτιού
    δείτε τη λέξη: καψώνι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]