πυροφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυροφόρος = πυρ + φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυροφόρος αρσενικό: Αυτός που φέρνει πυρ, δηλαδή φωτιά. Ο πυροφόρος ή πυρφόρος που προπορεύονταν στις μάχες θεωρούνταν ιερό και απαραβίαστο πρόσωπο.

Φράσεις[επεξεργασία]

  1. «ουδέ πυροφόρον περιγενέσθαι»
  2. «ουδέ πυρφόρος εσώθη» δηλαδή ολοσχερής καταστροφή
  3. «ουδέ πυροφόρον θείαν Δήμητρα»
  4. «ως μηδέ πυρφόρον λελείφθαι»
  5. «ως μηδέ πυρφόρον υπολελείφθαι»
«μηδὲ πυρφόρον τῷ ἐκείνων λόγῳ ἐκφυγόντα περιγενέσθαι». Ιστορίαι Ηροδότου 8.6.2

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]