πυρρόχρους

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρρόχρους < αρχαία ελληνική πυρρόχρους

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πυρρόχρους,ους,ουν (γενική: του πυρρόχρου)

  1. λόγιο επίθετο για το χρώμα της φωτιάς, το ξανθοκόκκινο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρρόχρους < πῦρ και χρόα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πυρρόχρους,ους,ουν και ασυναίρετο πυρρόχροος,-ος,-ον

  1. που έχει το χρώμα της φλόγας, της φωτιάς, ο πυρρόξανθος
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πυρρόχρους πυρρόχρους πυρρόχρουν πυρρόχροι πυρρόχροι πυρρόχροα
Γενική πυρρόχρου πυρρόχρου πυρρόχρου πυρρόχρων πυρρόχρων πυρρόχρων
Δοτική πυρρόχρῳ πυρρόχρῳ πυρρόχρῳ πυρρόχροις πυρρόχροις πυρρόχροις
Αιτιατική πυρρόχρουν πυρρόχρουν πυρρόχρουν πυρρόχρους πυρρόχρους πυρρόχροα
Κλητική πυρρόχρους πυρρόχρους πυρρόχρου πυρρόχροι πυρρόχροι πυρρόχροα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πυρρόχρω πυρρόχρω
Γενική-Δοτική πυρρόχροιν πυρρόχροιν