πυρσεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρσεύω < πυρσός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πυρσεύω

  1. ανάβω πυρσούς
  2. μεταδίδω μηνύματα ανάβοντας συνθηματικά πυρσούς
  3. πυρπολώ
  4. κάνω κάτι να λάμπει σαν πυρσός