πυρόω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρόω < πῦρ

Ρήμα[επεξεργασία]

πυρόω

  1. βάζω φωτιά, πυρπολώ καίω
  2. αφανίζω με τη χρήση φωτιάς
    Ἴλιον πυρούμενον
  3. μαγειρεύω κάτι καπνιστό ή το ζεσταίνω
  4. καίω τη γλώσσα ή τα χέρια, (κάτι που είναι καυτό ή καυτερό)
  5. δοκιμάζω στη φωτιά, κυρίως το χρυσό (με την πεποίθηση ότι ο χρυσός δεν καίγεται)
    χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρός
  6. (μεταφορικά) καίω την καρδιά κάποιου
    Ἔρως σὺ δ᾽ εὐθέως με πύρωσον