πόδιον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | πόδιον | τὰ | πόδιᾰ |
| γενική | τοῦ | ποδίου | τῶν | ποδίων |
| δοτική | τῷ | ποδίῳ | τοῖς | ποδίοις |
| αιτιατική | τὸ | πόδιον | τὰ | πόδιᾰ |
| κλητική ὦ! | πόδιον | πόδιᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ποδίω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ποδίοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πόδιον < πόδ- + υποκοριστικό επίθημα -ιον
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ λατινικά: podium, ⇘ νέα ελληνικά: πόδι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πόδιον, -ου ουδέτερο
- μικρό πόδι
- (ελληνιστική σημασία, κεραμική) το πόδι του αγγείου, η βάση του αγγείου
- το μικρό βάθρο όπου ανέβαιναν οι μάρτυρες για να ακούγονται καλύτερα από τους βουλευτές
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πόδιον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με υποκοριστικό επίθημα -ιον (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Κεραμική (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)