Μετάβαση στο περιεχόμενο

πόδιον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πόδιον τὰ πόδι
      γενική τοῦ ποδίου τῶν ποδίων
      δοτική τῷ ποδί τοῖς ποδίοις
    αιτιατική τὸ πόδιον τὰ πόδι
     κλητική ! πόδιον πόδι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ποδίω
γεν-δοτ τοῖν  ποδίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πόδιον < πόδ- + υποκοριστικό επίθημα -ιον
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: podium, νέα ελληνικά: πόδι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πόδιον, -ου ουδέτερο

  1. μικρό πόδι
  2. (ελληνιστική σημασία, κεραμική) το πόδι του αγγείου, η βάση του αγγείου
  3. το μικρό βάθρο όπου ανέβαιναν οι μάρτυρες για να ακούγονται καλύτερα από τους βουλευτές

Σύνθετα

[επεξεργασία]