πόζα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πόζα | οι | πόζες |
| γενική | της | πόζας | — | |
| αιτιατική | την | πόζα | τις | πόζες |
| κλητική | πόζα | πόζες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πόζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική posa (σταμάτημα) < λατινική pausa < αρχαία ελληνική παῦσις (αντιδάνειο)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πόζα θηλυκό
- επιτηδευμένη στάση του σώματος
- ※ 1888 Σοφοκλῆς Καρύδης, Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα
- Εἶμαι πρώτη ’ς τὰς Ἀθήνας καὶ ’ς τὰ λοῦσα καὶ ’ς τὰ μέσα,
Καὶ κρατῶ εἰς ὅλους πόζα, ’σὰν τὴν πρώτη πριγκηπέσσα·
Εἰς ἐμὲ θὰ πρωτοέλθουν τοῦ συρμοῦ τὰ φιγουρίνια
Κ’ ἐγὼ πρώτη θὰ φορέσω τὰ νεώτερα σκαρπίνια.
- Εἶμαι πρώτη ’ς τὰς Ἀθήνας καὶ ’ς τὰ λοῦσα καὶ ’ς τὰ μέσα,
- ※ 1888 Σοφοκλῆς Καρύδης, Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα
- (συνεκδοχικά) η φωτογραφία ανθρώπων ή ζώων
- (μεταφορικά) στάση ακατάδεκτη ή σοβαροφανής
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Αντιδάνεια (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)