πόκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πόκος < πέκω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πόκος αρσενικό πληθ. πόκες ή πόκαι

ποκάρι (το μαλλί προβάτου μόλις κουρευτεί από το σώμα του), μαλλί ακατέργαστο, τουλούπα μαλλιού

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

εκφράσεις[επεξεργασία]

  • «εις όνου πόκας», εκεί που κουρεύονται οι όνοι δηλ. πουθενά
  • «όνου πόκας ζητείς», ζητάς πράγμα ανύπαρκτο.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]