πόμπιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πόμπιμος < πομπεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πόμπιμος, ος, ον

  1. ο πομπεύς αλλά ως επίθετο, ο συνοδός, ο οδηγός ο προπομπός
  2. εκείνος που ευνοεί μια αποστολή, που τη βοηθά να φτάσει κάπου, που την υποδέχεται
    οὔτε πομπίμοις κώπαις ἐρέσσων οὔτε λαίφεσιν νεώς.