πόρπη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πόρπη < αρχαία ελληνική πόρπη < πείρω
Βοιωτική πόρπη (2) με γοργόνειο, του 6ου αι. π.Χ., Λούβρο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πόρπη θηλυκό

  1. η αγκράφα της ζώνης για τη μέση, κυρίως η πολυτελής που είναι από μόνη της κόσμημα
  2. (αρχαιολογία) το κόσμημα με το οποίο συγκρατούσαν στους ώμους τον πέπλο και τον χιτώνα
     συνώνυμα: περόνη
  3. καρφίτσα για τα μαλλιά


Μεταφράσεις[επεξεργασία]