πόσθη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πόσθη | οι | πόσθες |
| γενική | της | πόσθης | των | ποσθών |
| αιτιατική | την | πόσθη | τις | πόσθες |
| κλητική | πόσθη | πόσθες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πόσθη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόσθη
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpο.sθi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πό‐σθη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πόσθη θηλυκό, χωρίς πληθυντικό
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επέκταση
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)