πόσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πόσις < αρχαία ελληνική πόσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πόσις θηλυκό


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πόσις πόσεις
Γενική πόσιος -
Δοτική πόσει/πόσει -
Αιτιατική πόσιν πόσιας
Κλητική πόσι/πόσις πόσεις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pó.sis/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

  1. πόσις < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *pótis (=κύριος, ιδιοκτήτης, σύζυγος). Συγγενές με το (λατινικά) potis και το (σανσκριτικά) पति (pátis).
  2. πόσις < πίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

πόσις αρσενικό (& ποιητικός τύπος πόσσις)

  • σύζυγος
    καὶ σοὶ μέν, πόσι,/γυναῖκ᾽ ἀρίστην ἔστι κομπάσαι λαβεῖν (Εὐριπίδης, Ἄλκιστις, 323-324)
    Κι εσύ, σύζυγε, μπορείς να παινευτείς πως έλαβες γυναίκα άριστη
    (σπάνια στον πεζό λόγο) μέρη οἰκίας δεσπότης καὶ δοῦλος, καὶ πόσις καὶ ἄλοχος, καὶ πατὴρ καὶ τέκνα (Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, 1.1253b5)
    τα μέρη ενός οίκου είναι ο κύριος κι ο δούλος, ο σύζυγος και η σύζυγος, ο πατέρας και τα παιδιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πόσις -
Γενική πόσιος/πόσεως -
Δοτική πόσει/πόσι -
Αιτιατική - -
Κλητική - -


Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

πόσις θηλυκό