πότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πότης < αρχαία ελληνική πότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πότης αρσενικό

  • αυτός που πίνει (επί το πλείστον οινοπνευματώδη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]