πύελος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πύελος οι πύελοι
      γενική της πυέλου των πυέλων
    αιτιατική την πύελο τις πυέλους
     κλητική πύελε πύελοι
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πύελος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πύελος (λόγω του σχήματος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πύελος θηλυκό

  1. ( ανατομία, ιατρική) η οστέινη δομή σε σχήμα λεκάνης στη βάση της σπονδυλικής στήλης, η οποία αποτελείται από τα δύο ανώνυμα οστά, το ιερό οστό και τον κόκκυγα και η οποία είναι πιο ρηχή και πλατιά στις γυναίκες για να διευκολύνεται η κυοφορία και ο τοκετός
     συνώνυμα: λεκάνη
  2. ανατομία, ιατρική πλατύ τμήμα του νεφρού από το οποίο αρχίζει ο ουρητήρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πύελος θηλυκό (και πύαλος)

  1. σκάφη, ταΐστρα για τα ζώα
  2. μπανιέρα
  3. σκεύος για το βράσιμο νερού
  4. σαρκοφάγος
  5. (ανατομία) κωνική κοιλότητα του κρανίου
  6. (ιατρική, εργαλείο) χειρουργικό εργαλείο

Πηγές[επεξεργασία]