Μετάβαση στο περιεχόμενο

πώς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πως, πῶς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πώς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πῶς[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πώς

Επίρρημα

[επεξεργασία]

πώς

  1. με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα
    παράδειγμα  Πώς μπορώ να ετοιμαστώ αποτελεσματικά για τις εξετάσεις;
    παράδειγμα  Την ρώτησε πώς μπορεί να προετοιμαστεί αποτελεσματικά για τις εξετάσεις.
  2. λέγεται όταν θέλει κάποιος να μάθει την αιτία κάποιου πράγματος, να μάθει γιατί συνέβη κάτι (συχνά σε ρητορική ερώτηση)
    παράδειγμα  Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι;
  3. με ποιον τρόπο
    παράδειγμα  Πώς κοιμάσαι τα βράδια, βαθιά ή με πολλές διακοπές;
    παράδειγμα  Πώς πάνε τα πράγματα, καλά;

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πώς - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. πώς - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)