πῆγμα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | πῆγμᾰ | τὰ | πήγμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | πήγμᾰτος | τῶν | πηγμᾰ́των |
| δοτική | τῷ | πήγμᾰτῐ | τοῖς | πήγμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | πῆγμᾰ | τὰ | πήγμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | πῆγμᾰ | πήγμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πήγμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | πηγμᾰ́τοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πῆγμα < αρχαία ελληνική πῆγμα < πήγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₂g-
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πῆγμα, -ατος ουδέτερο
- οτιδήποτε έχει πήξει, που έχει στερεοποιηθεί
- οτιδήποτε συντελεί στην πήξη υγρού, ὁπως η πυτιά στο γάλα
- (ελληνιστική σημασία)
- καθετί που είναι συναρμολογημένο από πολλά τεμάχια
- το πάνω από τους τροχούς μέρος των τροχοφόρων οχημάτων, η καροσερί
- (ναυτικός όρος) ο σκελετός σκάφους
- ο σκελετός της στέγης οικοδομήματος
- (ανατομία) ο σκελετός του ανθρώπου
- (θέατρο)
- παράπηγμα ή εξέδρα του αρχαίου θεάτρου
- ξύλινο πολυώροφο κατασκεύασμα του ρωμαϊκού θεάτρου, που μπορούσε να συμπτύσσεται, ώστε οι επάνω όροφοι να χωρούν μέσα στους κατώτερους
- βιβλιοθήκη, ο ξύλινος σκελετός και τα ράφια της
- καθετί που είναι συναρμολογημένο από πολλά τεμάχια
Πηγές
[επεξεργασία]- πῆγμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Ναυτικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Θέατρο (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)