Μετάβαση στο περιεχόμενο

πῆγμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πήγμα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πῆγμᾰ τὰ πήγμᾰτ
      γενική τοῦ πήγμᾰτος τῶν πηγμᾰ́των
      δοτική τῷ πήγμᾰτ τοῖς πήγμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ πῆγμᾰ τὰ πήγμᾰτ
     κλητική ! πῆγμᾰ πήγμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πήγμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  πηγμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πῆγμα < αρχαία ελληνική πῆγμα < πήγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₂g-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πῆγμα, -ατος ουδέτερο

  1. οτιδήποτε έχει πήξει, που έχει στερεοποιηθεί
  2. οτιδήποτε συντελεί στην πήξη υγρού, ὁπως η πυτιά στο γάλα
  3. (ελληνιστική σημασία)
    1. καθετί που είναι συναρμολογημένο από πολλά τεμάχια
      1. το πάνω από τους τροχούς μέρος των τροχοφόρων οχημάτων, η καροσερί
      2. (ναυτικός όρος) ο σκελετός σκάφους
      3. ο σκελετός της στέγης οικοδομήματος
      4. (ανατομία) ο σκελετός του ανθρώπου
      5. (θέατρο)
        1. παράπηγμα ή εξέδρα του αρχαίου θεάτρου
        2. ξύλινο πολυώροφο κατασκεύασμα του ρωμαϊκού θεάτρου, που μπορούσε να συμπτύσσεται, ώστε οι επάνω όροφοι να χωρούν μέσα στους κατώτερους
      6. βιβλιοθήκη, ο ξύλινος σκελετός και τα ράφια της