*πῖσος

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από πῖσος)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: πίσος

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

αμάρτυρος τύπος
αμάρτυρος τύπος
αμάρτυρος υποθετικός τύπος, λέξη που δεν σώζεται σε κείμενα
αλλά σε σύνθετες λέξεις ή σε γραμματικούς τύπους ή σε σχόλια γραμματικών
- μπροστά από τη λέξη σημειώνεται πάντα ένας αστερίσκος -
 
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική
      γενική
      δοτική
    αιτιατική τὰ πίσεα
     κλητική !
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ  
γεν-δοτ  
ανώμαλη κλίση, όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

*πῖσος < πίνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

*πῖσος ουδέτερο επικός τύπος, μόνον στην αιτιατική πληθυντικού:

  1. (γεωγραφία) λιβάδι
  2. (γεωγραφία) λαγκάδι

Πηγές[επεξεργασία]