πῶρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : πωρός, πώρος, Πῶρος, Πώρος, πόρος, Πόρος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πῶρος πώρω πῶροι
Γενική πώρου πώροιν πώρων
Δοτική πώρ πώροιν πώροις
Αιτιατική πῶρον πώρω πώρους
Κλητική πῶρε πώρω πῶροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πῶρος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πῶρος αρσενικό

  1. πέτρα που χρησιμοποιείται στο χτίσιμο
  2. πωρόλιθος
  3. σταλακτίτης
  4. πέτρα στην ουροδόχο κύστη
  5. οστεοαρθρίτιδα