ράβδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ῥάβδος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράβδος ράβδοι
γενική ράβδου ράβδων
αιτιατική ράβδο ράβδους
κλητική ράβδε ράβδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράβδος < αρχαία ελληνική ῥάβδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράβδος θηλυκό

  1. (καθαρεύουσα) μακρόστενο κυλινδρικό κομμάτι συμπαγούς και σχετικά άκαμπτου υλικού, ραβδί
  2. επίμηκες μηχανικό εξάρτημα (συνήθως μεταλλικό) που χαρακτηρίζεται από στιβαρότητα, αντοχή και τον απαραίτητο βαθμό ακαμψίας (ανάλογα με την περίπτωση)
  3. ποσότητα μετάλλου με μακρόστενο σχήμα και τυποποιημένο μέγεθος για εμπορεία ή αποθήκευση
    • ληστές έκλεψαν 20 ράβδους χρυσού
  4. μακρόστενο εξάρτημα, συχνά διακοσμημένο, σύμβολο της αρχιερωσύνης και διακριτικό του βαθμού εκκλησιαστικού αξιώματος, πατερίτσα
    • ποιμαντορική ράβδος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]