ράμπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράμπα ράμπες
γενική ράμπας (ραμπών)
αιτιατική ράμπα ράμπες
κλητική ράμπα ράμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράμπα < γαλλική rampe

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράμπα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]