ράφι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράφι ράφια
γενική ραφιού ραφιών
αιτιατική ράφι ράφια
κλητική ράφι ράφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράφι < τουρκική raf < περσική رف, raf

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράφι ουδέτερο

  • επίπεδο αντικείμενο προσαρμοσμένο στον τοίχο ή σε έπιπλο που χρησιμεύει για να τοποθετούνται αντικείμενα επάνω σε αυτό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]