ράφτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράφτης < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή ῥάπτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράφτης και ράπτης αρσενικό, ράφτρα θηλυκό

  1. ο επαγγελματίας που ράβει ρούχα, συνήθως αντρικά κουστούμια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]