ρήσος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρήσος ρήσοι
γενική ρήσου ρήσων
αιτιατική ρήσο ρήσους
κλητική ρήσε ρήσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρήσος : λέξη σλαβικής προέλευσης· πρβλ. βουλγαρικό рис, σλοβενικό ris, ρωσικό рысь, πολωνικό ryś

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρήσος αρσενικό

Τώρα είδα έναν ξυπόλητο και λαμπροφορεμένο,
πο 'χει του ρήσου τα πλουμιά της αστραπής τα μάτια
με κράζει να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια, (Ο θάνατος του Διγενή, Δημοτικό)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]