ρίγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ρίγα οι ρίγες
      γενική της ρίγας των ριγών
    αιτιατική τη ρίγα τις ρίγες
     κλητική ρίγα ρίγες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρίγα < από το ιταλικό riga. Πιθανώς προέρχεται από το λατινικό regula.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρίγα θηλυκό

  1. χάρακας Η λέξη χρησιμοποιείται ακόμη στην Κύπρο και την Κρήτη.
    Τράβηξε μια γραμμή με τη ρίγα του.
  2. Ευθεία γραμμή στα υφάσματα.
    ...

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]