ρίσκο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρίσκο ρίσκα
γενική ρίσκου ρίσκων
αιτιατική ρίσκο ρίσκα
κλητική ρίσκο ρίσκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρίσκο < ιταλική rischio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρίσκο ουδέτερο

  1. πιθανός κίνδυνος, διακινδύνευση
  2. (οικονομία) η επίπτωση της αβεβαιότητας στις επενδύσεις ή, γενικότερα, στην οικονομική κατάσταση του ατόμου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • παίρνω τα ρίσκα μου: προχωρώ σε μια ενέργεια αποδεχόμενος τους πιθανούς κινδύνους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]