ραίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραίνω < αρχαία ελληνική ῥαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ραίνω

  1. σκορπίζω κάτι απαλά, πάνω σε κάποιον ή κάτι
    ραίνω με άνθη, με σταγόνες
  2. πιο ήπιο, ευγενικό ρήμα για το ραντίζω, το οποίο χρησιμοποιείται και για χημικά
  3. βρέχω υγραίνω
    οι πρόσφυγες τα φίλησαν, τα έραναν με δάκρυα πικραμένα κι έφυγαν γυμνωμένοι, καιγόταν η ψυχούλα τους, ήτανε νικημένοι
    ...ήρωες που έραναν με το αίμα τους κάθε σπιθαμή της ελληνικής γής
  4. (οικείο) (ειρωνικά) λούζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]