ραβασάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ραβασάκι ραβασάκια
γενική
αιτιατική ραβασάκι ραβασάκια
κλητική ραβασάκι ραβασάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραβασάκι < ραβάσιν < ή από το τουρκικό revaç που αναφέρεται ως ραυάσιο και που ήταν ξύλο για μέτρημα και λογαριασμούς (και πήρε μετά την έννοια του εγγράφου) ή από σλαβική ραβάς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ραβασάκι ουδέτερο

  1. ερωτική επιστολή που στέλνει ο ερωτευμένος χωρίς να γίνει αντιληπτός από τρίτους
  2. (υποτιμητικά) σημείωμα με δυσάρεστο για τον παραλήπτη περιεχόμενο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]