Μετάβαση στο περιεχόμενο

ραβασάκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ραβασάκι τα ραβασάκια
      γενική
    αιτιατική το ραβασάκι τα ραβασάκια
     κλητική ραβασάκι ραβασάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ραβασάκι < μεσαιωνική ελληνική ραβάσ(ιν) (ξύλο για μέτρημα, για υπολογισμό) + -άκι < σλαβικής προέλευσης ravaš + -ιν. Δεν έχει σχέση με αρχαία ελληνική ραβάσσω (προκαλώ κρότο με τα πόδια).[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ραβασάκι ουδέτερο

  1. η ερωτική επιστολή που στέλνει ο ερωτευμένος χωρίς να γίνει αντιληπτός από τρίτους
      Τη Δευτέρα στο σχολείο η Λίνα προσπάθησε να μείνει όσο το δυνατόν πιο αδιάφορη στην... αγιοβαλεντίνικη ατμόσφαιρα που επικρατούσε ανάμεσα σε όλες σχεδόν τις συμμαθήτριές της. Ακόμη κι όταν η Ελένη έλαβε το πρώτο ραβασάκι στο κινητό της από το Μάρκο και της το έδειξε.
    Βούλα Μάστορη, ΚουκΛίνα, αρχική δημοσίευση: (2006), ηλεκτρονικό βιβλίο, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2016, ISBN 9789601640945, @google.gr/books
      Η Σοφία ένα πρωί βρίσκει κρυμμένο στο βιβλίο που μελετούσε στη βιβλιοθήκη ένα φλογερό ραβασάκι του να την προειδοποιεί: «Δεν μπορεί να με σταματήσει τίποτα πια. Είμαι το φύσημα του ανέμου που θα ορμά κάθε μέρα στη ζωή σου από δω και μπρος...».
    Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).
    ΣτΕ: Η συγγραφέας αναφέρεται στην ερωτική σχέση της Σοφίας Μινέικο με τον Γεώργιο Παπανδρέου.
  2. (ειρωνικό) το σημείωμα με δυσάρεστο για τον παραλήπτη περιεχόμενο
      Αντʼ αυτού, μαζεύεις ραβασάκια από την Τροχαία. Η κλήση νούμερο 12 αναπαύεται φαρδιά πλατιά στο παρμπρίζ σου. ΟΚ, έχεις παρκάρει παράνομα. Δεν κλείνεις όμως κανέναν, ούτε και υπάρχει ψυχή αυτή την ώρα στον κωλόδρομο!
    Κώστας Κατσουλάρης, Ο αντίπαλος, αρχική δημοσίευση: (2005), εκδόσεις: Πόλις, ISBN 9789604350629, @google.gr/books
     συνώνυμα: λυπητερή, μπουγιουρντί

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ραβασάκι - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.