ραβδίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραβδίζω < αρχαία ελληνική ῥαβδίζω < ῥάβδος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ραβδίζω

  1. χτυπώ κάποιον με ένα ραβδί, συνήθως εφαρμόζοντας μια σωματική ποινή
  2. χτυπώ τα κλαριά της ελιάς με ένα ραβδί, για να πέσει κάτω ο καρπός

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]