ραγιάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ραγιάς ραγιάδες
γενική ραγιά ραγιάδων
αιτιατική ραγιά ραγιάδες
κλητική ραγιά ραγιάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραγιάς < τουρκική reaya < αραβική رعايا (raʿāyā), πληθυντικός του رعية (raʿiyya: κοπάδι, αγέλη) < ρίζα ر ع ي ‎(r-ʿ-y)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾa.ˈʝas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ραγιάς αρσενικό

  1. (ιστορία) ο μη μουσουλμάνος υπήκοος (υποτελής / σκλάβος) του σουλτάνου στα χρόνια της τουρκοκρατίας
  2. (κατ’ επέκταση) (μειωτικά) υποτελής, υπόδουλος

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]