Μετάβαση στο περιεχόμενο

ραγιάς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ραγιάς οι ραγιάδες
      γενική του ραγιά των ραγιάδων
    αιτιατική τον ραγιά τους ραγιάδες
     κλητική ραγιά ραγιάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ραγιάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική raya < αραβική رعايا (raʿāyā), πληθυντικός του رعية (raʿiyya: κοπάδι, αγέλη) < ρίζα ر ع ي ‎(r-ʿ-y)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɾaˈʝas/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ραγιάς αρσενικό

  1. (ιστορία) ο μη μουσουλμάνος υπήκοος (υποτελής) του σουλτάνου στα χρόνια της τουρκοκρατίας
      Ο Πάνος Ανατολίτης είναι χριστιανός από τη Γεωργία, πωλείται σκλάβος στην Κωνσταντινούπολη σε έναν καπιτζίμπαση (αρχιθυρωρό του παλατιού) -άγνωστο πότε, αλλά μια υπόθεση θα ήταν πως είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια του ρωσο-οθωμανικού πολέμου του 1806-1812· ύστερα, πάλι χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό, βρίσκεται στη Χίο «ζων χριστιανός», δηλαδή ραγιάς αλλά όχι σκλάβος.
    Βαγγέλης Σαράφης, σκλάβος, αυτόμολος, φυγάς, Η Αυγή, 27 Μαρτίου 2020
  2. (κατ’ επέκταση, μειωτικό) υποτελής, υπόδουλος

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]