ραγιάς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ραγιάς | οι | ραγιάδες |
| γενική | του | ραγιά | των | ραγιάδων |
| αιτιατική | τον | ραγιά | τους | ραγιάδες |
| κλητική | ραγιά | ραγιάδες | ||
| Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ραγιάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική raya < αραβική رعايا (raʿāyā), πληθυντικός του رعية (raʿiyya: κοπάδι, αγέλη) < ρίζα ر ع ي (r-ʿ-y)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ραγιάς αρσενικό
- (ιστορία) ο μη μουσουλμάνος υπήκοος (υποτελής) του σουλτάνου στα χρόνια της τουρκοκρατίας
- ※ Ο Πάνος Ανατολίτης είναι χριστιανός από τη Γεωργία, πωλείται σκλάβος στην Κωνσταντινούπολη σε έναν καπιτζίμπαση (αρχιθυρωρό του παλατιού) -άγνωστο πότε, αλλά μια υπόθεση θα ήταν πως είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια του ρωσο-οθωμανικού πολέμου του 1806-1812· ύστερα, πάλι χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό, βρίσκεται στη Χίο «ζων χριστιανός», δηλαδή ραγιάς αλλά όχι σκλάβος.
- (κατ’ επέκταση, μειωτικό) υποτελής, υπόδουλος
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψαράς' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)