Μετάβαση στο περιεχόμενο

ραδιοεκπομπή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ραδιοεκπομπή οι ραδιοεκπομπές
      γενική της ραδιοεκπομπής των ραδιοεκπομπών
    αιτιατική τη ραδιοεκπομπή τις ραδιοεκπομπές
     κλητική ραδιοεκπομπή ραδιοεκπομπές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ραδιοεκπομπή (νεολογισμός) < ραδιο- + εκπομπή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ραδιοεκπομπή θηλυκό

  1. (φυσική, νεολογισμός) εκπομπή ραδιοκυμάτων
  2. (τεχνολογία, προφορικό) ραδιοφωνική εκπομπή

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]