ρακοσυλλέκτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρακοσυλλέκτης ρακοσυλλέκτες
γενική ρακοσυλλέκτη ρακοσυλλεκτών
αιτιατική ρακοσυλλέκτη ρακοσυλλέκτες
κλητική ρακοσυλλέκτη ρακοσυλλέκτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρακοσυλλέκτης < ράκος + -ο- + συλλέκτης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ragpicker)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾa.kɔ.si.ˈlε.ktis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρακοσυλλέκτης αρσενικό (θηλυκό: ρακοσυλλέκτρια)

  • αυτός που απ’ τα σκουπίδια μαζεύει διάφορα αντικείμενα που του φαίνονται χρήσιμα (για να τα πουλήσει ή για άλλους λόγους)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]