ραντιστήρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ραντιστήρι | τα | ραντιστήρια |
| γενική | του | ραντιστηριού | των | ραντιστηριών |
| αιτιατική | το | ραντιστήρι | τα | ραντιστήρια |
| κλητική | ραντιστήρι | ραντιστήρια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ραντιστήρι < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ραντιστήρι ουδέτερο
- ένα είδος δοχείου για το πότισμα των φυτών, με ένα χερούλι και ένα μακρύ σωλήνα που έχει στην άκρη του ένα διάτρητο πώμα, το ποτιστήρι
- (στην εκκλησία) συσκευή για το ράντισμα των πιστών με μύρο
- συσκευή ψεκασμού με σκανδάλη
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ραντιστήρι