ρατσιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρατσιστής ρατσιστές
γενική ρατσιστή ρατσιστών
αιτιατική ρατσιστή ρατσιστές
κλητική ρατσιστή ρατσιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρατσιστής < ρατσισμός + -ιστής < ιταλική razzismo < razza

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρατσιστής αρσενικό (θηλυκό: ρατσίστρια)

  1. ο οπαδός του ρατσισμού, αυτός που διακηρύσσει ότι μία φυλή έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά που την καθιστούν ανώτερη από τις άλλες
  2. αυτός που χαρακτηρίζεται από προκατάληψη εναντίον αυτών που δεν ανήκουν στην υποτιθέμενη "ανώτερη" φυλή ή των ατόμων που ανήκουν σε μειοψηφικές κοινωνικές ομάδες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]