ραφινάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ραφινάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική raffinare[1] [2] ή γαλλική raffiner[2] < λατινική finis

ραφινάρω (παθητική φωνή: ραφινάρομαι)

  1. (κυριολεκτικά) απαλλάσσω από προσμείξεις
     συνώνυμα: λαγαρίζω, λαμπικάρω
  2. (μεταφορικά) εξευγενίζω, εκλεπτύνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ραφινάρω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. 2,0 2,1 ραφινάρωΧαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)