ραψωδός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ραψωδός οι ραψωδοί
      γενική του ραψωδού των ραψωδών
    αιτιατική τον ραψωδό τους ραψωδούς
     κλητική ραψωδέ ραψωδοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραψωδός < αρχαία ελληνική ῥαψῳδός < ῥάπτω +ᾠδή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ραψωδός αρσενικό και θηλυκό

  1. συνθέτης ωδών, ποιημάτων ή ύμνων
  2. (ειδικότερα) στην αρχαία Ελλάδα, αυτός που κατ' επάγγελμα απήγγελλε επικά ποιήματα, δικά του ή άλλων, σε αντίθεση με τον αοιδό ο οποίος συνέθετε και έψαλλε ωδές με τη συνοδεία φόρμιγγας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]