ρεΐσης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρεΐσης ρεΐσηδες
γενική ρεΐση ρεΐσηδων
αιτιατική ρεΐση ρεΐσηδες
κλητική ρεΐση ρεΐσηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρεΐσης < τουρκική reis (= αρχηγός, πρόεδρος) + -ης < αραβική رئيس (raʾīs)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρεΐσης αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]