Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρεαλισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ρεαλισμός οι ρεαλισμοί
      γενική του ρεαλισμού των ρεαλισμών
    αιτιατική τον ρεαλισμό τους ρεαλισμούς
     κλητική ρεαλισμέ ρεαλισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
«Εργάτες που σπάζουν πέτρες», γνωστό παράδειγμα ενός από τους πίνακες του πρωτοπόρου του ρεαλισμού Γκυστάβ Κουρμπέ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρεαλισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική réal(isme) + -ισμός[1] < λατινική realis < res < πρωτοϊταλική *reis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *reh₁ís

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɾe.a.liˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρεαλισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ρεαλισμός αρσενικό

  1. η στάση κατά την οποία κάποιος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και τους περιορισμούς που αυτή θέτει και προσαρμόζει ανάλογα τις επιδιώξεις του
     συνώνυμα: πραγματισμός
  2. (τέχνη) καλλιτεχνικό ρεύμα (κυρίως της λογοτεχνίας και των εικαστικών τεχνών) που αποσκοπεί στην πιστή απόδοση (περιγραφή, απεικόνιση) της πραγματικότητας
      Ἄν εἴχαμε σκοπὸ ν’ ἀκολουθήσουμε καμμιὰ φιλολογικὴ σχολή, οὔτε ὁ δυσκολολόγιστος κλασικισμός, οὔτε ὁ ξεμάλλιαρος φουτουρισμός, οὔτε ὁ συμβολισμὸςστρυφνός, οὔτε ὁ ρωμαντισμὸςπολύχρωμος, οὔτε ὁ φωτογραφικὸς ρεαλισμὸς θὰ μᾶς σκλάβωναν. (Δημοσιεύτηκε χωρίς υπογραφή, αποδίδεται στον έναν εκ των ιδρυτών του περιοδικού, Δημητρό Ζαχαριάδη, Ἀφορμές, ἀντὶ γιὰ πρόγραμμα, σελ. 1-3 από το τεύχος 1 (1911) του περιοδικού «Γράμματα»)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]