ρεζερβέ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρεζερβέ < réservé < participe passé του réserver

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ρεζερβέ

  1. αυτός που είναι αγκαζαρισμένος, που έχει κρατηθεί
    το εστιατόριο ανοίγει την είσοδο στους θαμώνες του κατόπιν ρεζερβέ
  2. που βάζω κατά μέρος, που βάζω στην άκρη, έχω ως εφεδρεία
    άσε ένα απόθεμα ρεζερβέ για ώρα έκτακτης ανάγκης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]