ρεπλίκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρεπλίκα ρεπλίκες
γενική ρεπλίκας
αιτιατική ρεπλίκα ρεπλίκες
κλητική ρεπλίκα ρεπλίκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρεπλίκα < γαλλική répliqueιταλικά replica)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρεπλίκα θηλυκό

  1. αντίγραφο ενός έργου τέχνης, ενίοτε δημιουργημένο από τον δημιουργό του πρωτοτύπου
  2. (κατ’ επέκταση) αντίγραφο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]