Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρεπορτάζ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρεπορτάζ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική reportage

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɾe.poɾˈtaz/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρεπορτάζ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ρεπορτάζ ουδέτερο άκλιτο

  1. η έρευνα ενός θέματος και η παρουσίασή του με δημοσιογραφικό τρόπο σε κάποιο από τα ΜΜΕ
    παράδειγμα  κοινωνικό / πολιτικό / οικονομικό ρεπορτάζ
  2. (συνεκδοχικά) το αποτέλεσμα της παραπάνω εργασίας σε γραπτή μορφή
    παράδειγμα  ενδιαφέρον / μακροσκελές / πλήρες ρεπορτάζ
  3. η εργασία του ρεπόρτερ
    παράδειγμα  Κάνει καλλιτεχνικό ρεπορτάζ.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]