ρεπορτάζ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ρεπορτάζ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική reportage
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɾe.poɾˈtaz/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ρε‐πορ‐τάζ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ρεπορτάζ ουδέτερο άκλιτο
- η έρευνα ενός θέματος και η παρουσίασή του με δημοσιογραφικό τρόπο σε κάποιο από τα ΜΜΕ
κοινωνικό / πολιτικό / οικονομικό ρεπορτάζ
- (συνεκδοχικά) το αποτέλεσμα της παραπάνω εργασίας σε γραπτή μορφή
ενδιαφέρον / μακροσκελές / πλήρες ρεπορτάζ
- η εργασία του ρεπόρτερ
Κάνει καλλιτεχνικό ρεπορτάζ.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ρεπορτάζ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ρεπορτάζ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)