ρευματολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρευματολόγος ρευματολόγοι
γενική ρευματολόγου ρευματολόγων
αιτιατική ρευματολόγο ρευματολόγους
κλητική ρευματολόγε ρευματολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρευματολόγος < ρευματολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρευματολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  • Ο γιατρός που ασχολείται με τις παθήσεις των μυών και των αρθρώσεων, αλλά και με πολλά αυτοάνοσα νοσήματα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]