ρεφορμισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ρεφορμισμός οι ρεφορμισμοί
      γενική του ρεφορμισμού των ρεφορμισμών
    αιτιατική τον ρεφορμισμό τους ρεφορμισμούς
     κλητική ρεφορμισμέ ρεφορμισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρεφορμισμός < γαλλική réformisme

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρεφορμισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]