ρημαγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ρημαγμένος ρημαγμένη ρημαγμένο
γενική ρημαγμένου ρημαγμένης ρημαγμένου
αιτιατική ρημαγμένο ρημαγμένη ρημαγμένο
κλητική ρημαγμένε ρημαγμένη ρημαγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρημαγμένοι ρημαγμένες ρημαγμένα
γενική ρημαγμένων ρημαγμένων ρημαγμένων
αιτιατική ρημαγμένους ρημαγμένες ρημαγμένα
κλητική ρημαγμένοι ρημαγμένες ρημαγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρημαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ρημάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ρημαγμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: ρημάζω
  2. άνθρωπος ερήπιο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]