ριπίδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ριπίδιο ριπίδια
γενική ριπιδίου
& ριπίδιου
ριπιδίων
& ριπίδιων
αιτιατική ριπίδιο ριπίδια
κλητική ριπίδιο ριπίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ριπίδιο < ελληνιστική κοινή ῥιπίδιον < αρχαία ελληνική ῥιπίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ριπίδιο ουδέτερο

  1. αρχαίο ελληνικό σκεύος, βεντάλια
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : ριπίδι
  2. λειτουργικό σκεύος της εκκλησίας, το οποίο χρησίμευε για να απομακρύνει τα έντομα από τα τίμια δώρα
  3. (γεωλογία) γεωλογικός σχηματισμός που μοιάζει με βεντάλια, π.χ. αλλουβιακό ριπίδιο
  4. (βοτανική) (rhipidium): τύπος ταξιανθίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]